Μαθησιακές Δυσκολίες στην Ορθογραφία και Διδακτικές Στρατηγικές

Η πλειοψηφία των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες αντιμετωπίζουν προβλήματα στην ορθογραφία. Οι εν λόγω μαθητές, σχεδόν πάντα παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες τόσο στην ανάγνωση όσο και στη γραφή. Αξίζει να σημειωθεί, ότι υπάρχουν όμως και μαθητές οι οποίοι , ενώ είναι καλοί αναγνώστες εμφανίζουν εξαιρετικά χαμηλή ορθογραφική επίδοση. Στην σχετική βιβλιογραφία, η δυσκολία αυτή ονομάζεται δυσορθογραφία (Παντελιάδου, 2011). 

Σύμφωνα με τη Μαυρομμάτη (1995), η δυσορθογραφία ορίζεται ως ειδική μαθησιακή δυσκολία, που εκδηλώνεται με κάπως ασυνήθιστα επίμονη δυσκολία στην απόκτηση της ικανότητας για ορθογραφημένη γραφή, ενώ η ικανότητα για ανάγνωση καλλιεργείται απρόσκοπτα, αποτελεσματικά και φτάνει στο ανεμενόμενο επίπεδο βάσει της ηλικίας και της νοητικής ικανότητας του κάθε μαθητή (Μαυρομμάτη, 1995).

Οι βασικότερες δυσκολίες

Κατά τον Στασινό (1999:195-197),οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά κατά τη γραφή και την ορθογραφία είναι αρκετές φορές τόσο σημαντικές ώστε τα γραπτά τους δεν γίνονται κατανοητά από τους άλλους. Οι κυριότερες μορφές αυτών των δυσκολιών είναι οι ακόλουθες:

Α) Παρουσίαζεται ειδική δυσκολία στη χρήση του συστήματος ορθογραφημένης γραφής, η οποία αναφέρεται σε λέξεις γραμμένες ανορθόγραφα, σε σημείο που δύσκολα αναγνωρίζονται.

Β) Αναφέρεται, ειδική δυσκολία γραφής, η οποία οδηεί σε μια τόσο ακατάσταση μοεφή γραφής που δεν αναγνωρίζεται λ.χ (υπερβολικά πολλά ορθογραφικά λάθη, ενωμένες λέξεις οι οποίες δεν βρίσκονται στο ίδιο ύψος, περνώντας πάνω και κάτω από τις γραμμές του τετραδίου, πολλές μουντζούρες).

Γ) Γλωσσική διαταραχή που αφορά τη γραπτή έκφραση του παιδιού. Σε τούτη τη περίπτωση, τα λάθη του παιδιού είναι πάρα πολλά σε σημείο που όλο το κείμενο του, δεν έχει κατανοητό περιεχόμενο (Στασινός, 1999, σελ. 195-197).

Διδακτικές Στρατηγικές

​Η διδασκαλία της γλώσσας από γλωσσική οπτική δίδει έμφαση στα ακόλουθα πεδία: α) τη φωνολογία, που σχετίζεται με το φώνημα, β) τη μορφολογία, που αναφέρεται στο μικρότερο κομμάτι του λόγου με σημασία, το μόρφημα, γ) το συντακτικό και δ) το σημασιολογικό μέρος (Παντελιάδου, 2011). Σύμφωνα με 
τους Goddard και Heron (1998), λόγω των διαφορετικών αναπτυξιακών προφίλ
αλλά και των ιδιαίτερων προβλημάτων που παρουσιάζουν οι μαθητές σε σχέση
με την ορθογραφία, έχουν αναπτυχθεί διάφορες μέθοδοι και τεχνικές για 
να τους βοηθήσουν. Ανάλογα με την στοχοθεσία ή τη χρονική στιγμή κατά 
την οποία χρησιμοποιούνται, αυτές οι μέθοδοι και τεχνικές διακρίνονται σε παραδοσιακές, διορθωτικές και εξειδικευμένες (Goddard & Heron, 1998).

Οι παραδοσιακές μέθοδοι ακολουθούν την παραδοσιακή ανάπτυξη της ανάγνωσης και της γραφης του παιδιού. Έχει αναφερθεί, ότι η συγκεκριμένη μέθοδος συνδεόνται με την τυπική διδασκαλία της ορθογραφία στο σχολείο. Ξεχωριστή προσέγγιση της ορθογραφίας, αποτελούν οι διορθωτικές μέθοδοι και τεχνικές οι οποίες δεν εφαρμόζονται στο πλάισιο της πρώτης επαφής του παιδιού με την ορθογραφία, αλλά χρησιμοποιούνται σε μια προσπάθεια αντιστάθμισης των δυσκολιών που σντιμέτωπισε ο μαθητής. Τέτοιες μέθοδοι και τεχνικές είναι οι πολυαισθητηριακές προσεγγίσεις, η μέθοδος Horn, οι εικονογραφικές μέθοδοι και η φωνο-οπτική μέθοδος (Παντελιάδου, 2011, σελ 294).

Τα βιβλιογραφικά δεδομένα αναφέρουν, ότι μια από τις αποτελεσματικές μεθόδους είναι η μέθοδος  Horn. Η μέθοδος Horn λοιπόν, επιδιώκει την πρόοδο του μαθητή μέσω της ανάκλησης, της προφοράς, της οπτικοποίησης και της διόρθωσης της ανάγνωσης. Αν ο μαθητής δυσκολευτεί κατά τη διάρκεια της παραπάνω διαδικασίας, θα κληθεί να την επαναλάβει μέχρις ότου να μη ξανακάνει πια λάθος (Μαυρομμάτη, 1995). 

       Στο βιβλίο της Παντελιάδου (2011:297), αναφέρεται μια εξίσου αποτελεσματική μέθοδος, για τη διδασκαλία της ορθογραφίας αποτελεί η φωνο-οπτική μέθοδος. 
Ο κύριος στόχος της είναι να παρουσιάσει στον μαθητή μεμονωμένα φωνήματα 
με τη χρήση εικόνων. Γίνεται προσπάθεια ώστε ο μαθητής να συνδέσει ένα δύσκολο φώνημα, το οποίο δεν μπόρεσε να εμπεδώσει με τον παραδοσιακό τρόπο διδασκαλίας, με την εικόνα ενός αντικειμένου του οποίου η ονομασία λέξη αρχίζει ή περιέχει το συγκεκριμένο φώνημα. Η σύνδεση αυτή δίνει στον μαθητή την ευκαιρία να θυμηθεί με τη βοήθεια της εικόνας και να γράψει το σωστό φώνημα όταν πρέπει (Παντελιάδου, 2011:297).

Βιβλιογραφίες

Goddard, Y., & Heron, T. (1998). Please, teacher, help me learn to spell better, teach me self-correction. Teaching Exceptional Children, 30 (6), 38-43.

Μαυρομμάτη, Δ. (1995). Η κατάρτιση του προγράμματος αντιμετώπισης της δυσλεξίας. Αθήνα: Άτροπος.

Παντελιάδου Σ. (2011). Μαθησιακές Δυσκολίες και Εκπαιδευτική Πράξη: Τι και γιατί. Αθήνα: Πεδίο.

Στασινός, Δ.Ε. (1999). Δυσλεξία και Σχολείο. Η εμπειρία ενός αιώνα. Αθήνα: Gutenberg.



Λευτέρης Ιωαννίδης, Ψυχολόγος-Ειδικός Παιδαγωγός