Συναισθηματική διαθεσιμότητα: μύθος ή δεξιότητα;
Μια υπαρξιακή – συστημική ανάγνωση
Υπάρχει μια διάχυτη πεποίθηση στον σύγχρονο ψυχολογικό λόγο ότι η «συναισθηματική διαθεσιμότητα» αποτελεί προϋπόθεση για ουσιαστικές σχέσεις. Συχνά περιγράφεται ως ένα σχεδόν μυθικό χαρακτηριστικό: είτε το έχεις είτε όχι. Ωστόσο, μέσα από την υπαρξιακή συστημική προσέγγιση, η έννοια αυτή απογυμνώνεται από τον μυστικισμό της και αποκαλύπτεται ως κάτι πιο ρευστό, πιο δυναμικό – ίσως όχι ένα σταθερό γνώρισμα, αλλά μια δεξιότητα που αναδύεται στη σχέση.
Η υπαρξιακή σκέψη μάς καλεί να αντικρίσουμε τον άνθρωπο ως ον εν εξελίξει, ριγμένο σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, όπου η συνάντηση με τον Άλλον αποτελεί ταυτόχρονα υπόσχεση και απειλή. Η εγγύτητα προϋποθέτει έκθεση· και η έκθεση ενεργοποιεί το υπαρξιακό άγχος: τον φόβο της απόρριψης, της απώλειας, της διάλυσης του εαυτού. Έτσι, η λεγόμενη «μη διαθεσιμότητα» δεν είναι απαραίτητα έλλειμμα, αλλά συχνά μια στρατηγική επιβίωσης, ένα προστατευτικό σύστημα που συγκροτήθηκε μέσα σε προηγούμενες σχεσιακές εμπειρίες.
Από συστημική σκοπιά, το άτομο δεν νοείται αποκομμένο από τα δίκτυα σχέσεων στα οποία ανήκει. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα δεν είναι ιδιότητα που κατοικεί αποκλειστικά μέσα στο άτομο, αλλά φαινόμενο που αναδύεται στο πεδίο της σχέσης. Δεν είμαι «διαθέσιμος» ή «μη διαθέσιμος» εν κενώ· γίνομαι περισσότερο ή λιγότερο διαθέσιμος μέσα σε συγκεκριμένα σχεσιακά πλαίσια, που άλλοτε διευκολύνουν και άλλοτε περιορίζουν την έκφραση του συναισθήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια μετατοπίζεται: από χαρακτηριστικό ταυτότητας σε διαδικασία. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα γίνεται μια πράξη – μια επιλογή να παραμείνω παρών απέναντι στον Άλλον, ακόμη και όταν η παρουσία αυτή με φέρνει αντιμέτωπο με την ευαλωτότητά μου. Δεν είναι απουσία φόβου, αλλά η δυνατότητα να σχετίζομαι παρά τον φόβο.
Η δεξιότητα αυτή δεν αναπτύσσεται σε απομόνωση. Καλλιεργείται μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες σχέσης όπου η έκθεση δεν τιμωρείται, αλλά αναγνωρίζεται και νοηματοδοτείται. Εδώ αναδεικνύεται η σημασία του «ασφαλούς άλλου» – όχι ως ιδανικού προσώπου, αλλά ως σχεσιακής εμπειρίας που επιτρέπει την αναδιαπραγμάτευση των παλαιών αφηγήσεων. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το άτομο μπορεί να μετακινηθεί από την άμυνα προς τη διαθεσιμότητα, όχι ως μόνιμη κατάσταση, αλλά ως αυξανόμενη πιθανότητα.
Ταυτόχρονα, η υπαρξιακή διάσταση υπενθυμίζει ότι κάθε σχέση εμπεριέχει το στοιχείο του ανικανοποίητου. Καμία διαθεσιμότητα δεν είναι απόλυτη, καμία εγγύτητα δεν εξαλείφει πλήρως την απόσταση μεταξύ των υποκειμένων. Η αποδοχή αυτού του ορίου αποτελεί ίσως την πιο ώριμη μορφή συναισθηματικής διαθεσιμότητας: να μπορώ να είμαι με τον Άλλον χωρίς την ψευδαίσθηση της πλήρους συγχώνευσης.
Επομένως, το ερώτημα «μύθος ή δεξιότητα;» ίσως είναι παραπλανητικό. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα δεν είναι ούτε ένα σταθερό χάρισμα ούτε μια απλή τεχνική προς εκμάθηση. Είναι μια υπαρξιακή στάση που διαμορφώνεται συστημικά: ένα συνεχές γίγνεσθαι, όπου το άτομο και η σχέση συν-δημιουργούν τις δυνατότητες της εγγύτητας.
Και ίσως, τελικά, η ουσία της να βρίσκεται όχι στην τελειότητα της παρουσίας, αλλά στο θάρρος της επιστροφής: να αποσύρομαι όταν φοβάμαι, αλλά να μπορώ να επιστρέψω. Να κλείνω, αλλά να ξανανοίγω. Να μαθαίνω, μέσα από τον Άλλον, ότι η διαθεσιμότητα δεν είναι προορισμός – είναι διαδρομή.